Ερωτικά «αντίο» και η λαχτάρα της επανασύνδεσης

0

Σε κάποιες περιπτώσεις ο χρόνος είναι ο χειρότερος …γιατρός, γιατί όχι μόνο ξύνει πληγές αλλά συνεχώς υπενθυμίζει το αιχμηρό «αντίο» εκείνου που αγαπήσαμε. Θα γυρίσει σε εμένα; Με αγαπάει ακόμα;

Τι να κάνω για είμαστε και πάλι μαζί; Ιδού η απορία… Όσο για τη πορεία, καθόλου ανέφελη και κυρίως χειροπιαστή.

«Έχω χάσει τον ύπνο, το μυαλό, την ησυχία μου. Αισθάνομαι ένα αφόρητο κενό και τίποτα δεν μοιάζει ικανό να ξεκολλήσει τις σκέψεις μου από εκείνον. Τα πάντα μου φαντάζουν ανούσια και το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να βρεθώ ξανά μαζί του».
Η Μαίρη μοιάζει σαν να βιώνει έναν μικρό θάνατο και ο χωρισμός της σημαίνει για εκείνη ότι τα όνειρα της δεν έχουν πια ζωή.
Ωστόσο θέλει να ελπίζει ότι με κάποιο «μαγικό», αδιόρατο τρόπο θα σταματήσει να βασανίζεται από την καινούργια πραγματικότητα και όλα θα επανέλθουν όπως ήταν.
Όπως πάντοτε τα ήξερε…

«Υπάρχουν φορές που σκέφτομαι ότι θα καταλάβει το λάθος του και θα επιστρέψει σε μένα αλλά τις περισσότερες απελπίζομαι και δεν ξέρω που να στραφώ και τι να κάνω».
Μια άλλη γυναίκα στην ίδια θέση, η Εύη, σαν υπνωτισμένη αγκαλιάζει τον λευκό αρκούδο που στη θέση της καρδιάς γράφει με κόκκινα υφασμένα γράμματα «για πάντα» και μοιάζει να μη μπορεί να συνειδητοποιήσει το πως έμεινε μόνη με τις αναμνήσεις της. Αναρωτιέται τι έφταιξε, πως έφτασαν στο «αντίο» δυο άνθρωποι που μοιράστηκαν ξεχωριστές στιγμές και ψιθύρισαν λόγια που ο χρόνος αποκλείεται να έσβηνε σαν να μην ειπώθηκαν ποτέ.
«Η ζωή μου είναι άδεια χωρίς εκείνον και μόνο στην ιδέα του ότι αυτός ο χωρισμός είναι ενδεχομένως οριστικός χάνω το έδαφος από τα πόδια μου. Αποκλείεται.
Αργά ή γρήγορα θα γίνουν όλα όπως πρώτα. Δε γίνεται να ζήσουμε μακριά ο ένας από τον άλλο σαν ποτέ να μην αγαπηθήκαμε…Θα γίνει κάποιο θαύμα».

Όμως η πραγματικότητα είναι λιγότερο ευαίσθητη από την οποιαδήποτε ανοιχτή πληγή και πάντοτε υπενθυμίζει την αληθινή όψη των πραγμάτων.
Το τέλος μιας μικρής ή μεγάλης σχέσης, μετριέται με πολλούς τρόπους αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι εκείνοι που μένουν πίσω έχουν ακόμα πιο μεγεθυμένα τα όποια σημεία σύγκρισης. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που όσος καιρός και αν περάσει ελπίζουν, εύχονται, προσεύχονται, τάζουν προκειμένου να σταματήσει ο εφιάλτης και όλα αυτά να αποδειχτούν μια κακόγουστη φάρσα που κάποια στιγμή έληξε.
Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Αντιμέτωποι με το συναίσθημα

Και από εδώ και πέρα τι; Το μόνο ερώτημα που πλανάται σαν τρομοκρατημένο φάντασμα και στοιχειώνει τις σκέψεις, στροβιλίζοντας ανήσυχο κάθε στιγμή της ημέρας είναι «Θα γυρίσει πίσω; Με αγαπά ακόμα; Τι πρέπει να κάνω για να είμαστε και πάλι μαζί;»
Τότε είναι που μπαίνει και το πελώριο στοίχημα κάθε ραγισμένης καρδιάς και η ιστορία αντί να αλλάξει κεφάλαιο, επαναλαμβάνει εμμονοληπτικά όσα προς στιγμή γνώριζε, αρνούμενη την οποιαδήποτε συνέχεια…

Ο έρωτας που έχει το πρόσωπό του, η αγάπη που περικλείει τις συνήθειές του -ακόμα και τις πιο άκομψες ή βαρετές-, η μυρωδιά, το χαμόγελο, η αγκαλιά του, όλα συνηγορούν σε μια εξαντλητική βροχή συναισθημάτων που αναζητούν λύτρωση, προκαλώντας μελαγχολία, οργή, φόβο, ζήλια, πικρία, απελπισία και κυρίως ένα μόνιμο, απίστευτα γκρίζο σαν τσιμέντο αδιέξοδο.
Όμως μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία το πρώτο πράγμα που κυριαρχεί είναι το αίσθημα της απόρριψης.

Ένα τεράστιο ενοχικό λάθος που όπως επισημαίνουν όλοι οι ειδικοί, αποδυναμώνει την αυτοεκτίμηση με αποτέλεσμα να μη μπορεί να δει κανείς καθαρά το ρόλο του μέσα σε μια σχέση, το πόσο πραγματικά ικανοποιημένος ήταν από αυτή, το τι επικοινωνία είχε επί τοις ουσίας αναπτύξει με τον σύντροφό του και το πως τελικά ο χωρισμός δεν συνέβη «ξαφνικά» αλλά πολλά μικρά πράγματα προοιώνιζαν τον ερχομό του.

Από την άλλη, το να νιώθει κάποιος «θύμα» σε έναν χωρισμό και έντονη αυτολύπηση, συνιστά τον κυριότερο λόγο που αρνούμαστε να παραδεχτούμε το τέλος ως οριστικό και να συνειδητοποιήσουμε το ότι οφείλουμε σταδιακά να απεμπλακούμε από τη θλίψη και να προχωρήσουμε σε καινούργιες εμπειρίες που ενδεχομένως να μας ταιριάζουν περισσότερο.
Γιατί αν παραμείνουμε θεατές και δεν προκαλέσουμε τη ζωή, τότε ποτέ μας δε θα βρεθούμε νικητές.
Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος που υφίσταται ένα «αντίο» είναι να παραμένει προσκολλημένος στη συνήθεια ενός έρωτα με «συστατικά» που στη πραγματικότητα έπεισε τον εαυτό του ότι υπάρχουν -είτε από ανάγκη είτε από ανασφάλεια- και όπως είναι φυσικό τελικά δεν κόλλησαν.

Μια σχέση τελειώνει γιατί δεν είχε τα κατάλληλα εφόδια για να συνεχίσει να υπάρχει.
Και αυτό μπορεί να το καταλάβει κανείς μόνο όταν αντιληφθεί ότι όπως οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι έτσι είναι και οι σχέσεις μεταξύ τους.
Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε μπορεί να είναι μαζί για πολύ, μα πάρα πολύ καιρό. Μόνο που κάτι τέτοιο δεν διέπεται από μαγικές συνταγές, χρυσούς κανόνες ή ερωτικά ξόρκια.

Συμβαίνει και μάλιστα όσο πιο αβίαστα τόσο πιο εύκολα. Αλλιώς το μόνο που θα επιτύχουμε θα είναι να πιέζουμε αγωνιωδώς το να ακούσουμε αυτά που θέλουμε, να ζήσουμε όσα ονειρευτήκαμε, χωρίς να προκύπτουν με μια φυσική συνέχεια, αυθόρμητα και πηγαία. Και αυτό είναι ένα γνώριμο λάθος που αποπληρώνεται με απομάκρυνση και σιωπή.

Μία συνήθεια που την λέμε «ΑΓΑΠΗ»

Έφυγε και όμως θα κάνατε τα πάντα για να γυρίσει κοντά σας. Γιατί;
Δεν είχατε κανένα παράπονο, δεν διαπιστώνατε κάποιο πρόβλημα, επικοινωνούσατε τέλεια, είχατε τους ίδιους στόχους και όνειρα;
Ή μήπως απλά δίνατε τόπο στην οργή, παραιτούσασταν από τα «θέλω» σας, του αφιερώνατε περισσότερο χρόνο από ότι σε εσάς την ίδια και υποχωρούσατε στο οτιδήποτε προκειμένου να μην έρθετε σε αντιπαράθεση;
Και όταν «ξαφνικά» αποφάσισε να χωρίσετε λυπηθήκατε για όλες αυτές τις θυσίες που δεν «εκτίμησε» και πιστέψατε ότι, δε μπορεί, αργά ή γρήγορα θα καταλάβει το λάθος του και θα γυρίσει, με εσάς να συνεχίζετε να μην έχετε καμία απολύτως απαίτηση παρά μόνο το να είσαστε μαζί.

Και στη συνέχεια μήπως αναρωτηθήκατε αν η διαρκής ενασχόληση με τον ποιον ή ποια βλέπει, με το τι ασχολείται, αν μιλάει για εσάς ή αν δείχνει χαρούμενος ή στεναχωρημένος, σας απαγορεύει να διεκδικήσετε αυτό που πραγματικά δικαιούστε από τη ζωή;
Αν μπορούσατε να παρατηρήσετε τον εαυτό σας από μακριά η συμπεριφορά σας το λιγότερο θα σας σοκάριζε, αν δεν σας εξόργιζε.
Κάθεστε με τις ώρες στο κρεβάτι, δεν θέλετε να κάνετε απολύτως τίποτα, τα μάτια σας επιμένουν να είναι καρφωμένα στο κενό ενώ η μόνη επικοινωνία που έχετε με τους γύρω σας είναι να μιλάτε για εκείνον ασταμάτητα, επαναλαμβάνοντας με τα ίδιες λέξεις τα ίδια πράγματα, κλαίγοντας, θυμώνοντας, ελπίζοντας, μελαγχολώντας.

Δεν υπάρχει στιγμή της ημέρας που να μη τον σκέφτεστε και ακόμα και αν επιχειρήσετε να κάνετε κάτι για να ξεχαστείτε, το μόνο που επιτυγχάνετε είναι να καταλήξετε στο πως θα ήταν αν βρισκόταν και εκείνος μαζί.
Και το λέτε αγάπη. Όμως αν θέλουμε να δούμε το τι είναι πραγματικά αυτός ο χρυσός κρίκος που δένει δυο ανθρώπους, θα διαπιστώσουμε ότι όταν ο έρωτας γίνεται μονόδρομος, τότε η επιμονή στο ίδιο πρόσωπο περισσότερο εκφράζει το πώς αισθανόμαστε για τον εαυτό μας παρά για εκείνον που λέμε ότι αγαπάμε.

Πολύ πιθανό πίσω από τη βυσσινί κουρτίνα του πάθους, της αφοσίωσης ως τα έσχατα και των λυγμών της «προδοσίας» να κρύβεται μια έντονη ανασφάλεια για το μέλλον, ένας φόβος να δοκιμάσουμε τις ικανότητές μας, μια προσωπική απόρριψη για ότι πιστεύουμε ότι είμαστε και ένας άκρατος εγωισμός που αρνείται να αποδεχτεί ότι «απορριφτήκαμε» από το πρόσωπο που επενδύσαμε τα περισσότερα.

Μόνο που όλα αυτά δεν συνιστούν έρωτα αλλά μια φθοροποιό κόντρα με το «είναι» μας με παραπλανητικό πρόσχημα τη διάλυση της σχέσης.
Άλλωστε το να συντηρούμε τον ρόλο του «θύματος» όχι μόνο αγιοσύνη και αξία δεν μας προσφέρει, αλλά αντίθετα συνηγορεί στο να συντηρούμε καταστάσεις που υποβιβάζουν ακόμα περισσότερο το ηθικό μας και θάβουν μέχρι εξαφάνισης την εικόνα μας προς τους έξω.
Αυτό σημαίνει ότι αν πραγματικά θέλουμε να αλλάξουμε τα δεδομένα προς όφελός μας, το πρώτο που πρέπει να οικοδομήσουμε μέσα μας είναι η αυτοπεποίθηση.
Και αυτό επιτυγχάνεται μόνο αν νοιώσουμε ότι είμαστε ικανοί να προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα -έστω και με προσπάθεια- και ότι διαθέτουμε τη δύναμη να αποφασίζουμε και επιλέγουμε αυτό που πραγματικά μας ταιριάζει και όχι αυτό που νομίζουμε ότι βολεύει τους φόβους και τις αδυναμίες μας. Τότε θα βιώσουμε την αγάπη και όχι μια συνήθεια που όχι μόνο μας εγκλωβίζει στην ανυπαρξία και πονά αλλά και που αναμφίβολα την βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με την ακρίβεια κανόνα με ένα σπαραξικάρδιο «γιατί» στο τέλος.

Το «ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ» είναι σχετικό!

Η ίδια η φύση προτρέπει με τη σοφία της το να δοκιμάζουμε, να πειραματιζόμαστε και να αξιοποιούμε τον χρόνο που μας δίνεται στη διάρκεια της ζωής με τέτοιο τρόπο ώστε να μαθαίνουμε, να διευρύνουμε τον τρόπο σκέψης μας, να γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας και τη μοναδικότητά του, με μια λέξη να εξελισσόμαστε.
«Ότι δε κινείται πεθαίνει». Αυτή είναι μια διαπίστωση που η λογική επικροτεί και το ένστικτο υπενθυμίζει. Όσο «υπέροχο», «μοναδικό» ή «αξεπέραστο» και αν θεωρούμε το πρόσωπο που επιμένουμε ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε μακριά του άλλο τόσο και εμείς οι ίδιοι οφείλουμε να αντικρίσουμε ξεκάθαρα το ποιοι πραγματικά είμαστε και όχι ποιοι θα θέλαμε να δείχνουμε, τι ανάγκες έχουμε και όχι τι ανάγκες νομίζουμε ότι θα «ξεγελάσουμε», πόσο αποφασισμένοι νιώθουμε στο να πάρουμε τη τύχη μας στα χέρια μας και όχι να περιμένουμε να επιλέξουν και να αποφασίσουν οι άλλοι για εμάς.

Και αν κάτι τέτοιο μοιάζει από δύσκολο ως ακατόρθωτο, σκεφτείτε πόσο πιο σκληρό και άγριο είναι να υπομένουμε το ανέφικτο και να προσδοκούμε το «μέτριο» γιατί αρνούμαστε να γνωρίσουμε το «καλύτερο».
Όσο κόπο και προσπάθεια απαιτεί το να συντηρούμε την ελπίδα -που δεν είναι τίποτα άλλο στη πραγματικότητα παρά οι φόβοι και οι αδυναμίες μας- ίσως όλη αυτή την ενέργεια αν τη διοχετεύσουμε στο να ξεπεράσουμε το πρόβλημα, να διαπιστώσουμε έκπληκτοι το πόσο «κουτοί» υπήρξαμε και το πόσο πολύτιμο χρόνο χάσαμε από τη ζωή μας που δεν είναι άπειρος όπως το σύμπαν.
Αλλωστε όποιος δεν ξεχνά τη πρώτη αγάπη του, ποτέ του δεν θα γνωρίσει την τελευταία. Σκεφτείτε το.

Έλενα Κάτζιου